G644 — 1 wystąpień
G644 · ἀποσκίασμα (aposkiasma) · shadow — ἀπο-σκίασμα , -τος, τό; (ἀποσκιάζω, to cast a shadow; v,s. σκία) ; a shadow : Jas.1:17 (MM, see word).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Jk 1
-
Jk 1,17
SBLGNT · ----NSN-
Πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστιν, καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων, παρ’ ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)