G6434 — 3 wystąpień
G6434 · ἀποκαθαίρω (apokathairō) · to clear away — 1. to cleanse or clean quite , ἀπ. τὴν χεῖρα εἰς τὰ χειρόμακτρα upon the towels, (Xenophon Historicus) ; 2. to refine from dross, (Strabo Geographus): metaphorically in Pass., ἀποκεκαθάρθαι τὴν φωνήν to be pure in dialect, (Lucian) ; 3. to… [STEPBible CC BY]
Hi 2Prz 1
-
Hi 7,9
LXX · V.APPNSN
ὥσπερ νέφος ἀποκαθαρθὲν ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐὰν γὰρ ἄνθρωπος καταβῇ εἰς ᾅδην οὐκέτι μὴ ἀναβῇ -
Hi 9,30
LXX · V.AMS1S
ἐὰν γὰρ ἀπολούσωμαι χιόνι καὶ ἀποκαθάρωμαι χερσὶν καθαραῖς -
Prz 15,27
LXX · V.PMI3P
ἐξόλλυσιν ἑαυτὸν ὁ δωρολήμπτης ὁ δὲ μισῶν δώρων λήμψεις σῴζεται ἐλεημοσύναις καὶ πίστεσιν ἀποκαθαίρονται ἁμαρτίαι τῷ δὲ φόβῳ κυρίου ἐκκλίνει πᾶς ἀπὸ κακοῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)