G6414 — 5 wystąpień
G6414 · ἄπληστος (aplēstos) · insatiable — 1. not to be filled, insatiate , (Sophocles Tragicus), etc. ; 2. with genitive , ἄπλ. χρημάτων insatiate of money, (Herdotus Historicus), etc. ; 3. adverb , ἀπλήστως ἔχειν to be insatiate , (Plato Philosophus); ἀπλ. διακεῖσθαι or ἔχειν πρό… [STEPBible CC BY]
Ps 1Prz 3Syr 1
-
Ps 101,5
LXX · A.DSM
τὸν καταλαλοῦντα λάθρᾳ τοῦ πλησίον αὐτοῦ τοῦτον ἐξεδίωκον ὑπερηφάνῳ ὀφθαλμῷ καὶ ἀπλήστῳ καρδίᾳ τούτῳ οὐ συνήσθιον -
Prz 23,3
LXX · A.NSMC
εἰ δὲ ἀπληστότερος εἶ μὴ ἐπιθύμει τῶν ἐδεσμάτων αὐτοῦ ταῦτα γὰρ ἔχεται ζωῆς ψευδοῦς -
Prz 34,20
LXX · A.NPM
ᾅδης καὶ ἀπώλεια οὐκ ἐμπίμπλανται ὡσαύτως καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν ἀνθρώπων ἄπληστοι βδέλυγμα κυρίῳ στηρίζων ὀφθαλμόν καὶ οἱ ἀπαίδευτοι ἀκρατεῖς γλώσσῃ -
Prz 35,25
LXX · A.NSM
ἄπληστος ἀνὴρ κρίνει εἰκῇ ὃς δὲ πέποιθεν ἐπὶ κύριον ἐν ἐπιμελείᾳ ἔσται -
Syr 31,20
LXX · A.GSM
ὕπνος ὑγιείας ἐπὶ ἐντέρῳ μετρίῳ ἀνέστη πρωί καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ πόνος ἀγρυπνίας καὶ χολέρας καὶ στρόφος μετὰ ἀνδρὸς ἀπλήστου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)