G6369 — 2 wystąpień
G6369 · ἀντιποιέω (antipoieō) · to act against — 1. to do in return , τι (Plato Philosophus): absolute to retaliate , (Xenophon Historicus) ; 2. Mid. to exert oneself about a thing, seek after, lay claim to , with genitive , (Thucydides), etc.; with infinitive , ἀντ. ἐπίστασθαί τι to lay… [STEPBible CC BY]
Kpł 11 Mch 1
-
Kpł 24,19
LXX · V.FPI3S
καὶ ἐάν τις δῷ μῶμον τῷ πλησίον ὡς ἐποίησεν αὐτῷ ὡσαύτως ἀντιποιηθήσεται αὐτῷ -
1 Mch 15,3
LXX · V.AMN
ἐπεί τινες λοιμοὶ κατεκράτησαν τῆς βασιλείας τῶν πατέρων ἡμῶν βούλομαι δὲ ἀντιποιήσασθαι τῆς βασιλείας ὅπως ἀποκαταστήσω αὐτὴν ὡς ἦν τὸ πρότερον ἐξενολόγησα δὲ πλῆθος δυνάμεων καὶ κατεσκεύασα πλοῖα πολεμικά
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)