G6336 — 5 wystąpień
G6336 · ἀνήκοος (anēkoos) · unhearing — 1. without hearing , of the dead, (Moschus Bucolicus) ; 2. with genitive not hearing a thing, never having heard it, ignorant of it, (Xenophon Historicus), etc.:—; absolute , σκαιὸς καὶ ἀν. ignorant , (Demosthenes Orator) (ML) [STEPBible CC BY]
Lb 1Hi 1Prz 1Jr 2
-
Lb 17,25
LXX · A.GPM
καὶ εἶπεν κύριος πρὸς Μωυσῆν ἀπόθες τὴν ῥάβδον Ααρων ἐνώπιον τῶν μαρτυρίων εἰς διατήρησιν σημεῖον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνηκόων καὶ παυσάσθω ὁ γογγυσμὸς αὐτῶν ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ οὐ μὴ ἀποθάνωσιν -
Hi 36,12
LXX · A.NPM
ἀσεβεῖς δὲ οὐ διασῴζει παρὰ τὸ μὴ βούλεσθαι εἰδέναι αὐτοὺς τὸν κύριον καὶ διότι νουθετούμενοι ἀνήκοοι ἦσαν -
Prz 13,1
LXX · A.NSM
υἱὸς πανοῦργος ὑπήκοος πατρί υἱὸς δὲ ἀνήκοος ἐν ἀπωλείᾳ -
Jr 5,23
LXX · A.NSF
τῷ δὲ λαῷ τούτῳ ἐγενήθη καρδία ἀνήκοος καὶ ἀπειθής καὶ ἐξέκλιναν καὶ ἀπήλθοσαν -
Jr 6,28
LXX · A.NPM
πάντες ἀνήκοοι πορευόμενοι σκολιῶς χαλκὸς καὶ σίδηρος πάντες διεφθαρμένοι εἰσίν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)