G6289 — 5 wystąpień
G6289 · ἀναλάμπω (analampō) · to blaze up — 1. to flame up, take fire , (Xenophon Historicus) ; 2. metaphorically to break out anew , as war, (Plutarch) ; 3. to come to oneself again, revive , (Plutarch) (ML) [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Hi 1Mdr 1Iz 1Am 1
-
2 Mch 1,22
LXX · V.AAI3S
ὡς δὲ ἐγένετο τοῦτο καὶ χρόνος διῆλθεν ὅ τε ἥλιος ἀνέλαμψεν πρότερον ἐπινεφὴς ὤν ἀνήφθη πυρὰ μεγάλη ὥστε θαυμάσαι πάντας -
Hi 11,15
LXX · V.FMI2S
οὕτως γὰρ ἀναλάμψει σου τὸ πρόσωπον ὥσπερ ὕδωρ καθαρόν ἐκδύσῃ δὲ ῥύπον καὶ οὐ μὴ φοβηθῇς -
Mdr 3,7
LXX · V.FAI3P
καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσιν καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται -
Iz 42,4
LXX · V.FAI3S
ἀναλάμψει καὶ οὐ θραυσθήσεται ἕως ἂν θῇ ἐπὶ τῆς γῆς κρίσιν καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσιν -
Am 5,6
LXX · V.AAS3S
ἐκζητήσατε τὸν κύριον καὶ ζήσατε ὅπως μὴ ἀναλάμψῃ ὡς πῦρ ὁ οἶκος Ιωσηφ καὶ καταφάγεται αὐτόν καὶ οὐκ ἔσται ὁ σβέσων τῷ οἴκῳ Ισραηλ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)