G6268 — 1 wystąpień
G6268 · ἀμφιβολεύς (amphiboleus) · a fisherman — a fisherman; net caster [STEPBible CC BY]
Iz 1
-
Iz 19,8
LXX · N.NPM
καὶ στενάξουσιν οἱ ἁλεεῖς καὶ στενάξουσιν πάντες οἱ βάλλοντες ἄγκιστρον εἰς τὸν ποταμόν καὶ οἱ βάλλοντες σαγήνας καὶ οἱ ἀμφιβολεῖς πενθήσουσιν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)