G6232 — 4 wystąpień
G6232 · ἀλλοτριόω (allotrioō) · to alienate — 1. with genitive pers. to estrange from , τῶν σωμάτων τὴν πόλιν (Thucydides) ; 2. with dative pers. to make hostile to another, τὴν χώραν τοῖς πολεμίοις (Xenophon Historicus):—;Pass. to be made an enemy , τινι (Thucydides) ; 3. in Pass. of… [STEPBible CC BY]
Rdz 11 Mch 3
-
Rdz 42,7
LXX · V.IMI3S
ἰδὼν δὲ Ιωσηφ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπέγνω καὶ ἠλλοτριοῦτο ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς σκληρὰ καὶ εἶπεν αὐτοῖς πόθεν ἥκατε οἱ δὲ εἶπαν ἐκ γῆς Χανααν ἀγοράσαι βρώματα -
1 Mch 6,24
LXX · V.IMI3P
καὶ περιεκάθηντο ἐπ᾿ αὐτὴν οἱ υἱοὶ τοῦ λαοῦ ἡμῶν χάριν τούτου καὶ ἠλλοτριοῦντο ἀφ᾿ ἡμῶν πλὴν ὅσοι εὑρίσκοντο ἐξ ἡμῶν ἐθανατοῦντο καὶ αἱ κληρονομίαι ἡμῶν διηρπάζοντο -
1 Mch 11,53
LXX · V.API3S
καὶ ἐψεύσατο πάντα ὅσα εἶπεν καὶ ἠλλοτριώθη τῷ Ιωναθαν καὶ οὐκ ἀνταπέδωκεν τὰς εὐνοίας ἃς ἀνταπέδωκεν αὐτῷ καὶ ἔθλιβεν αὐτὸν σφόδρα -
1 Mch 15,27
LXX · V.IMI3S
καὶ οὐκ ἠβούλετο αὐτὰ δέξασθαι ἀλλὰ ἠθέτησεν πάντα ὅσα συνέθετο αὐτῷ τὸ πρότερον καὶ ἠλλοτριοῦτο αὐτῷ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)