G6231 — 3 wystąpień
G6231 · ἀλλοίωσις (alloiōsis) · change — a change, alteration , (Plato Philosophus), etc. (ML) [STEPBible CC BY]
Ps 1Syr 2
-
Ps 77,11
LXX · N.NSF
καὶ εἶπα νῦν ἠρξάμην αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ ὑψίστου -
Syr 37,17
LXX · N.GSF
ἴχνος ἀλλοιώσεως καρδίας τέσσαρα μέρη ἀνατέλλει -
Syr 43,8
LXX · N.DSF
μὴν κατὰ τὸ ὄνομα αὐτῆς ἐστιν αὐξανόμενος θαυμαστῶς ἐν ἀλλοιώσει σκεῦος παρεμβολῶν ἐν ὕψει ἐν στερεώματι οὐρανοῦ ἐκλάμπων
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)