G6204 — 5 wystąpień
G6204 · ἀκροάομαι (akroaomai) · to hear — 1. to hearken to, listen to , with genitive pers., accusative rei, (Thucydides), etc.; with genitive rei, (Thucydides) ; 2. absolute to listen , ὁ ἀκροώμενος a hearer, disciple , (Plato Philosophus) ; 3. to attend to, obey , τινός (Thucydi… [STEPBible CC BY]
Mdr 1Syr 3Iz 1
-
Mdr 1,10
LXX · V.PMI3S
ὅτι οὖς ζηλώσεως ἀκροᾶται τὰ πάντα καὶ θροῦς γογγυσμῶν οὐκ ἀποκρύπτεται -
Syr 6,35
LXX · V.PMN
πᾶσαν διήγησιν θείαν θέλε ἀκροᾶσθαι καὶ παροιμίαι συνέσεως μὴ ἐκφευγέτωσάν σε -
Syr 14,23
LXX · V.FMI3S
ὁ παρακύπτων διὰ τῶν θυρίδων αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῶν θυρωμάτων αὐτῆς ἀκροάσεται -
Syr 21,24
LXX · V.PMN
ἀπαιδευσία ἀνθρώπου ἀκροᾶσθαι παρὰ θύραν ὁ δὲ φρόνιμος βαρυνθήσεται ἀτιμίᾳ -
Iz 21,7
LXX · V.AAN
καὶ εἶδον ἀναβάτας ἱππεῖς δύο ἀναβάτην ὄνου καὶ ἀναβάτην καμήλου ἀκρόασαι ἀκρόασιν πολλὴν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)