G6194 — 4 wystąpień
G6194 · ἀκοντίζω (akontizō) · to shoot — 1. to hurl a javelin , τινός at one, (Iliad by Homer); ἐπί τινι (Iliad by Homer):—;the weapon is put in dative , ἀκόντισε δουρί darted with his spear, (Iliad by Homer); also in accusative , ἀκόντισαν ὀξέα δοῦρα darted their spears, (Odysse… [STEPBible CC BY]
1 Sm 4
-
1 Sm 20,20
LXX · V.PAPNSM
καὶ ἐγὼ τρισσεύσω ταῖς σχίζαις ἀκοντίζων ἐκπέμπων εἰς τὴν αματταρι -
1 Sm 20,36
LXX · V.PAI1S
καὶ εἶπεν τῷ παιδαρίῳ δράμε εὑρέ μοι τὰς σχίζας ἐν αἷς ἐγὼ ἀκοντίζω καὶ τὸ παιδάριον ἔδραμε καὶ αὐτὸς ἠκόντιζε τῇ σχίζῃ καὶ παρήγαγεν αὐτήν -
1 Sm 20,36
LXX · V.AAI3S
καὶ εἶπεν τῷ παιδαρίῳ δράμε εὑρέ μοι τὰς σχίζας ἐν αἷς ἐγὼ ἀκοντίζω καὶ τὸ παιδάριον ἔδραμε καὶ αὐτὸς ἠκόντιζε τῇ σχίζῃ καὶ παρήγαγεν αὐτήν -
1 Sm 20,37
LXX · V.AAI3S
καὶ ἦλθεν τὸ παιδάριον ἕως τοῦ τόπου τῆς σχίζης οὗ ἠκόντιζεν Ιωναθαν καὶ ἀνεβόησεν Ιωναθαν ὀπίσω τοῦ νεανίου καὶ εἶπεν ἐκεῖ ἡ σχίζα ἀπὸ σοῦ καὶ ἐπέκεινα
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)