G6193 — 6 wystąpień
G6193 · ἀκονάω (akonaō) · to sharpen — to sharpen, whet , μαχαίρας (Aristophanes Comicus); λόγχην (Xenophon Historicus):—;Mid., ἀκονᾶσθαι μαχαίρας to sharpen their swords, (Aristophanes Comicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Ps 5Prz 1
-
Ps 45,6
LXX · V.XPPNPN
τὰ βέλη σου ἠκονημένα δυνατέ λαοὶ ὑποκάτω σου πεσοῦνται ἐν καρδίᾳ τῶν ἐχθρῶν τοῦ βασιλέως -
Ps 52,4
LXX · V.XMPNSN
ἀδικίαν ἐλογίσατο ἡ γλῶσσά σου ὡσεὶ ξυρὸν ἠκονημένον ἐποίησας δόλον -
Ps 64,4
LXX · V.AAI3P
οἵτινες ἠκόνησαν ὡς ῥομφαίαν τὰς γλώσσας αὐτῶν ἐνέτειναν τόξον αὐτῶν πρᾶγμα πικρὸν -
Ps 120,4
LXX · V.XMPAPN
τὰ βέλη τοῦ δυνατοῦ ἠκονημένα σὺν τοῖς ἄνθραξιν τοῖς ἐρημικοῖς -
Ps 140,4
LXX · V.AAI3P
ἠκόνησαν γλῶσσαν αὐτῶν ὡσεὶ ὄφεως ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν διάψαλμα -
Prz 5,4
LXX · V.XPPASM
ὕστερον μέντοι πικρότερον χολῆς εὑρήσεις καὶ ἠκονημένον μᾶλλον μαχαίρας διστόμου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)