G619 — 2 wystąpień
G619 · ἀπόλαυσις (apolausis) · enjoyment — ἀπόλαυσις , -εως, ἡ; (ἀπολαύω, to take of, enjoy a thing) [in LXX: 3Ma.7:16 * ;] ; enjoyment : 1Ti.6:17 , Heb.11:26 (for late exx., see MM, see word).†; (AS) [STEPBible CC BY]
1 Tm 1Hbr 1
-
1 Tm 6,17
SBLGNT · ----ASF-
Τοῖς πλουσίοις ἐν τῷ νῦν αἰῶνι παράγγελλε μὴ ὑψηλοφρονεῖν μηδὲ ἠλπικέναι ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι, ἀλλ’ ἐπὶ θεῷ τῷ παρέχοντι ἡμῖν πάντα πλουσίως εἰς ἀπόλαυσιν, -
Hbr 11,25
SBLGNT · ----ASF-
μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)