G6127 — 3 wystąpień
G6127 · ἄγροικος (agroikos) · rugged — 1. of or in the country , (Aristophanes Comicus), etc. ; 2. of men, dwelling in the country, a countryman, rustic , (Aristophanes Comicus); then, opposite to ἀστεῖος, clownish, boorish, rude , (Aristophanes Comicus); the character of the ἄ… [STEPBible CC BY]
Rdz 22 Mch 1
-
Rdz 16,12
LXX · A.NSM
οὗτος ἔσται ἄγροικος ἄνθρωπος αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐπὶ πάντας καὶ αἱ χεῖρες πάντων ἐπ᾿ αὐτόν καὶ κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ κατοικήσει -
Rdz 25,27
LXX · A.NSM
ηὐξήθησαν δὲ οἱ νεανίσκοι καὶ ἦν Ησαυ ἄνθρωπος εἰδὼς κυνηγεῖν ἄγροικος Ιακωβ δὲ ἦν ἄνθρωπος ἄπλαστος οἰκῶν οἰκίαν -
2 Mch 14,30
LXX · A.ASMC
ὁ δὲ Μακκαβαῖος αὐστηρότερον διεξαγαγόντα συνιδὼν τὸν Νικάνορα τὰ πρὸς αὐτὸν καὶ τὴν εἰθισμένην ἀπάντησιν ἀγροικότερον ἐσχηκότα νοήσας οὐκ ἀπὸ τοῦ βελτίστου τὴν αὐστηρίαν εἶναι συστρέψας οὐκ ὀλίγους τῶν περὶ αὐτὸν συνεκρύπτετο τὸν Νικάνορα
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)