G6051 — 1 wystąpień
G6051 · κατήγωρ (katēgōr) · an accuser — κατήγωρ , ὁ (Aram. קָטִיגוֺר; Dalman, Gr. , 185; but see Deiss., LAE , 90 f.), ; = κατήγορος, ; an accuser : Rev.12:10. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Ap 1
-
Ap 12,10
SBLGNT · ----NSM-
Καὶ ἤκουσα φωνὴν μεγάλην ἐν τῷ οὐρανῷ λέγουσαν· Ἄρτι ἐγένετο ἡ σωτηρία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἡμῶν καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ, ὅτι ἐβλήθη ὁ κατήγωρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ὁ κατηγορῶν αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ θεοῦ ἡμῶν ἡμέρας καὶ νυκτός.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)