G60 — 2 wystąpień
G60 · ἀγοραῖος (agoraios) · of the marketplace — ἀγοραῖος , -ον ; (ἀγορά), ; __1. frequenting the ἀγορά , a lounger in the ἀγορά (Xen., al.): Act.17:5. ; __2. In late writers (Strab., al.), proper to the ἀγορά : ἀγοραῖοι (sc. ἥμεραι) ἀγονται (cf. Lat. conventus agere), court-days are kep… [STEPBible CC BY]
Dz 2
-
Dz 17,5
SBLGNT · ----GPM-
ζηλώσαντες δὲ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ προσλαβόμενοι τῶν ἀγοραίων ἄνδρας τινὰς πονηροὺς καὶ ὀχλοποιήσαντες ἐθορύβουν τὴν πόλιν, καὶ ἐπιστάντες τῇ οἰκίᾳ Ἰάσονος ἐζήτουν αὐτοὺς προαγαγεῖν εἰς τὸν δῆμον· -
Dz 19,38
SBLGNT · ----NPF-
εἰ μὲν οὖν Δημήτριος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τεχνῖται ἔχουσιν πρός τινα λόγον, ἀγοραῖοι ἄγονται καὶ ἀνθύπατοί εἰσιν, ἐγκαλείτωσαν ἀλλήλοις.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)