G5551 — 1 wystąpień
G5551 · χρονοτριβέω (chronotribeō) · to spend time — χρονοτριβέω , -ῶ; (χρόνος, τρίβω), ; to spend time : Act.20:16. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Dz 1
-
Dz 20,16
SBLGNT · -AAN----
κεκρίκει γὰρ ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἔσπευδεν γὰρ εἰ δυνατὸν εἴη αὐτῷ τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)