G5380 — 2 wystąpień
G5380 · φιλόνεικος (philoneikos) · dispute-loving — φιλό-νεικος , -ον; (νεῖκος, strife) [in LXX: Eze.3:7 (חָזָק ־מֵצַח)* ;] ; fond of strife, contentious : 1Co.11:16. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Ez 11 Kor 1
-
Ez 3,7
LXX · A.NPM
ὁ δὲ οἶκος τοῦ Ισραηλ οὐ μὴ θελήσωσιν εἰσακοῦσαί σου διότι οὐ βούλονται εἰσακούειν μου ὅτι πᾶς ὁ οἶκος Ισραηλ φιλόνεικοί εἰσιν καὶ σκληροκάρδιοι -
1 Kor 11,16
SBLGNT · ----NSM-
εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ θεοῦ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)