G5254 — 4 wystąpień
G5254 · ὑπέχω (hupechō) · to undergo — ὑπ-έχω ; [in LXX: Psa.89:50 (נָשָׂא), La 5:7 (סָבַל), Wis.12:21 , 2Ma.4:48 * ;] ; to hold or put under. Metaphorical, to undergo, suffer : δίκην, Ju 7 (Soph., Eur., al.).†; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Ps 1Lm 1Jud 1
-
2 Mch 4,48
LXX · V.AAI3P
ταχέως οὖν τὴν ἄδικον ζημίαν ὑπέσχον οἱ περὶ πόλεως καὶ δήμων καὶ τῶν ἱερῶν σκευῶν προηγορήσαντες -
Ps 89,51
LXX · V.AAI3P
μνήσθητι κύριε τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν δούλων σου οὗ ὑπέσχον ἐν τῷ κόλπῳ μου πολλῶν ἐθνῶν -
Lm 5,7
LXX · V.AAI1P
οἱ πατέρες ἡμῶν ἥμαρτον οὐχ ὑπάρχουσιν ἡμεῖς τὰ ἀνομήματα αὐτῶν ὑπέσχομεν -
Jud 1,7
SBLGNT · -PAPNPF-
ὡς Σόδομα καὶ Γόμορρα καὶ αἱ περὶ αὐτὰς πόλεις, τὸν ὅμοιον τρόπον τούτοις ἐκπορνεύσασαι καὶ ἀπελθοῦσαι ὀπίσω σαρκὸς ἑτέρας, πρόκεινται δεῖγμα πυρὸς αἰωνίου δίκην ὑπέχουσαι.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)