G5197 — 10 wystąpień
G5197 · ὑβριστής (hubristēs) · insolent man — ὑβριστής , -οῦ, ὁ; (ὑβρίζω), [in LXX chiefly for גֵּאֶה ;] ; a violent, insolent man : Rom.1:20 , 1Ti.1:13 (EV, injurious).† ; SYN. : ἀλαζών, ὑπερήφανος, see Tr., Syn. , § xxix (AS) [STEPBible CC BY]
Hi 1Prz 3Syr 1Iz 2Jr 1Rz 11 Tm 1
-
Hi 40,11
LXX · N.ASM
ἀπόστειλον δὲ ἀγγέλους ὀργῇ πᾶν δὲ ὑβριστὴν ταπείνωσον -
Prz 15,25
LXX · N.GPM
οἴκους ὑβριστῶν κατασπᾷ κύριος ἐστήρισεν δὲ ὅριον χήρας -
Prz 16,19
LXX · N.GPM
κρείσσων πραΰθυμος μετὰ ταπεινώσεως ἢ ὃς διαιρεῖται σκῦλα μετὰ ὑβριστῶν -
Prz 34,13
LXX · N.NSM
ἀφελοῦ τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ παρῆλθεν γάρ ὑβριστὴς ὅστις τὰ ἀλλότρια λυμαίνεται -
Syr 35,21
LXX · N.GPM
ἕως ἐξάρῃ πλῆθος ὑβριστῶν καὶ σκῆπτρα ἀδίκων συντρίψει -
Iz 2,12
LXX · N.ASM
ἡμέρα γὰρ κυρίου σαβαωθ ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον καὶ ταπεινωθήσονται -
Iz 16,6
LXX · N.GSM
ἠκούσαμεν τὴν ὕβριν Μωαβ ὑβριστὴς σφόδρα τὴν ὑπερηφανίαν ἐξῆρας οὐχ οὕτως ἡ μαντεία σου -
Jr 28,2
LXX · N.APM
καὶ ἐξαποστελῶ εἰς Βαβυλῶνα ὑβριστάς καὶ καθυβρίσουσιν αὐτὴν καὶ λυμανοῦνται τὴν γῆν αὐτῆς οὐαὶ ἐπὶ Βαβυλῶνα κυκλόθεν ἐν ἡμέρᾳ κακώσεως αὐτῆς -
Rz 1,30
SBLGNT · ----APM-
καταλάλους, θεοστυγεῖς, ὑβριστάς, ὑπερηφάνους, ἀλαζόνας, ἐφευρετὰς κακῶν, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, -
1 Tm 1,13
SBLGNT · ----ASM-
τὸ πρότερον ὄντα βλάσφημον καὶ διώκτην καὶ ὑβριστήν· ἀλλὰ ἠλεήθην, ὅτι ἀγνοῶν ἐποίησα ἐν ἀπιστίᾳ,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)