G519 — 3 wystąpień
G519 · ἀπάγχω (apagchō) · to strangle — ἀπ-άγχω ; (ἄγχω, to press, strangle), [in LXX: 2Ki.17:23 (חָנַק), Tob.3:10 * ;] ; to strangle ; mid., to hang oneself (or, to choke ; see M, Pr. , 155): Mat.27:5. †; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Sm 1Tb 1Mt 1
-
2 Sm 17,23
LXX · V.AMI3S
καὶ Αχιτοφελ εἶδεν ὅτι οὐκ ἐγενήθη ἡ βουλὴ αὐτοῦ καὶ ἐπέσαξεν τὴν ὄνον αὐτοῦ καὶ ἀνέστη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ εἰς τὴν πόλιν αὐτοῦ καὶ ἐνετείλατο τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ ἀπήγξατο καὶ ἀπέθανεν καὶ πάρεξ ἐν τῷ τάφῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ -
Tb 3,10
LXX · V.AMN
ταῦτα ἀκούσασα ἐλυπήθη σφόδρα ὥστε ἀπάγξασθαι καὶ εἶπεν μία μέν εἰμι τῷ πατρί μου ἐὰν ποιήσω τοῦτο ὄνειδος αὐτῷ ἐστιν καὶ τὸ γῆρας αὐτοῦ κατάξω μετ᾿ ὀδύνης εἰς ᾅδου -
Mt 27,5
SBLGNT · 3AMI-S--
καὶ ῥίψας τὰ ἀργύρια εἰς τὸν ναὸν ἀνεχώρησεν, καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)