G5186 — 4 wystąpień
G5186 · τυφλόω (tuphloō) · to blind — τυφλόω , -ῶ; (τυφλός), [in LXX: Isa.42:19 (עִוֵּר), Tob.7:7 א, Wis.2:21 א * ;] ; to blind, make blind : metaphorically, Jhn.12:40 (LXX, καμμύω), 2Co.4:4 , 1Jn.2:11 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Iz 1J 12 Kor 11 J 1
-
Iz 42,19
LXX · V.API3P
καὶ τίς τυφλὸς ἀλλ᾿ ἢ οἱ παῖδές μου καὶ κωφοὶ ἀλλ᾿ ἢ οἱ κυριεύοντες αὐτῶν καὶ ἐτυφλώθησαν οἱ δοῦλοι τοῦ θεοῦ -
J 12,40
SBLGNT · 3XAI-S--
Τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἐπώρωσεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσιν τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσιν τῇ καρδίᾳ καὶ στραφῶσιν, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. -
2 Kor 4,4
SBLGNT · 3AAI-S--
ἐν οἷς ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσεν τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ θεοῦ. -
1 J 2,11
SBLGNT · 3AAI-S--
ὁ δὲ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τῇ σκοτίᾳ ἐστὶν καὶ ἐν τῇ σκοτίᾳ περιπατεῖ, καὶ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει, ὅτι ἡ σκοτία ἐτύφλωσεν τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)