G5176 — 6 wystąpień
G5176 · τρώγω (trōgō) · to eat — τρώγω ; __1. prop., of animals, to gnaw, munch, crunch (Hom., al.). ; __2. Of men, to eat raw food, as vegetables, nuts, etc. (Hdt., al.). ; __3. In late vernacular, simply to eat (= ἐσθίω): Mat.24:38 , Jhn.6:54, 56-58 13:18 (LXX ἐσθίων) (… [STEPBible CC BY]
Mt 1J 5
-
Mt 24,38
SBLGNT · -PAPNPM-
ὡς γὰρ ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ τρώγοντες καὶ πίνοντες, γαμοῦντες καὶ γαμίζοντες, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθεν Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, -
J 6,54
SBLGNT · -PAPNSM-
ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. -
J 6,56
SBLGNT · -PAPNSM-
ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει κἀγὼ ἐν αὐτῷ. -
J 6,57
SBLGNT · -PAPNSM-
καθὼς ἀπέστειλέν με ὁ ζῶν πατὴρ κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσει δι’ ἐμέ. -
J 6,58
SBLGNT · -PAPNSM-
οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐξ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες καὶ ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσει εἰς τὸν αἰῶνα. -
J 13,18
SBLGNT · -PAPNSM-
οὐ περὶ πάντων ὑμῶν λέγω· ἐγὼ οἶδα τίνας ἐξελεξάμην· ἀλλ’ ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ· Ὁ τρώγων μου τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ’ ἐμὲ τὴν πτέρναν αὐτοῦ.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)