G4919 — 1 wystąpień
G4919 · συνθρύπτω (sunthruptō) · to break — συν-θρύπτω ; to break in pieces, crush : metaphorically, τ. καρδίαν, Act.21:13. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Dz 1
-
Dz 21,13
SBLGNT · -PAPNPM-
τότε ἀπεκρίθη ὁ Παῦλος· Τί ποιεῖτε κλαίοντες καὶ συνθρύπτοντές μου τὴν καρδίαν; ἐγὼ γὰρ οὐ μόνον δεθῆναι ἀλλὰ καὶ ἀποθανεῖν εἰς Ἰερουσαλὴμ ἑτοίμως ἔχω ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ κυρίου Ἰησοῦ.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)