G4900 — 3 wystąpień
G4900 · συνελαύνω (sunelaunō) · to bring together — συν-ελαύνω ; [in LXX: 2Ma.4:26 2Mac 4:42 2Mac 5:5 * ;] ; to drive together, force together : εἰς εἰρήνην, Act.7:26 , Rec. (WH, RV, συνήλλασσεν).†; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Mch 3
-
2 Mch 4,26
LXX · V.YMI3S
καὶ ὁ μὲν Ἰάσων ὁ τὸν ἴδιον ἀδελφὸν ὑπονοθεύσας ὑπονοθευθεὶς ὑφ᾿ ἑτέρου φυγὰς εἰς τὴν Αμμανῖτιν χώραν συνήλαστο -
2 Mch 4,42
LXX · V.AAI3P
δι᾿ ἣν αἰτίαν πολλοὺς μὲν αὐτῶν τραυματίας ἐποίησαν τινὰς δὲ καὶ κατέβαλον πάντας δὲ εἰς φυγὴν συνήλασαν αὐτὸν δὲ τὸν ἱερόσυλον παρὰ τὸ γαζοφυλάκιον ἐχειρώσαντο -
2 Mch 5,5
LXX · V.APPNSM
γενομένης δὲ λαλιᾶς ψευδοῦς ὡς μετηλλαχότος Ἀντιόχου τὸν βίον παραλαβὼν ὁ Ἰάσων οὐκ ἐλάττους τῶν χιλίων αἰφνιδίως ἐπὶ τὴν πόλιν συνετελέσατο ἐπίθεσιν τῶν δὲ ἐπὶ τῷ τείχει συνελασθέντων καὶ τέλος ἤδη καταλαμβανομένης τῆς πόλεως ὁ Μενέλαος εἰς τὴν ἀκρόπολιν ἐφυγάδευσεν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)