G4869 — 3 wystąpień
G4869 · συναιχμάλωτος (sunaichmalōtos) · fellow prisoner — συν-αιχμάλωτος , -ου, ὁ ; a fellow prisoner (prop., of a captive in war, see Lft., Col., 234): Rom.16:7 , Col.4:10 , Phm 23.†; (AS) [STEPBible CC BY]
Rz 1Kol 1Flm 1
-
Rz 16,7
SBLGNT · ----APM-
ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἰουνίαν τοὺς συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις, οἳ καὶ πρὸ ἐμοῦ γέγοναν ἐν Χριστῷ. -
Kol 4,10
SBLGNT · ----NSM-
Ἀσπάζεται ὑμᾶς Ἀρίσταρχος ὁ συναιχμάλωτός μου, καὶ Μᾶρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρναβᾶ (περὶ οὗ ἐλάβετε ἐντολάς, ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς δέξασθε αὐτόν), -
Flm 1,23
SBLGNT · ----NSM-
Ἀσπάζεταί σε Ἐπαφρᾶς ὁ συναιχμάλωτός μου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)