G4854 — 3 wystąpień
G4854 · σύμφυτος (sumphutos) · united — σύμ-φυτος , -ον; (συμφύω, to make to grow together) [in LXX: Zec.11:2 (בָּצַר), Est.7:7 Est.7:8 א2, Amo.9:13 , 3Ma.3:22 * ;] ; __1. congenital, innate (Plat., al.; 3Mac, l.with). ; __2. grown along with, united with : τ. ὁμοιώματι τ. θανάτου … [STEPBible CC BY]
Am 1Za 1Rz 1
-
Am 9,13
LXX · A.NPM
ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται λέγει κύριος καὶ καταλήμψεται ὁ ἀλοητὸς τὸν τρύγητον καὶ περκάσει ἡ σταφυλὴ ἐν τῷ σπόρῳ καὶ ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν καὶ πάντες οἱ βουνοὶ σύμφυτοι ἔσονται -
Za 11,2
LXX · A.NSM
ὀλολυξάτω πίτυς διότι πέπτωκεν κέδρος ὅτι μεγάλως μεγιστᾶνες ἐταλαιπώρησαν ὀλολύξατε δρύες τῆς Βασανίτιδος ὅτι κατεσπάσθη ὁ δρυμὸς ὁ σύμφυτος -
Rz 6,5
SBLGNT · ----NPM-
Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)