G4841 — 3 wystąpień
G4841 · συμπάσχω (sumpaschō) · to suffer with — συν-πάσχω ; (Rec. συμπ-), [in Al.: 1Ki.22:8 * ;] ; __1. to suffer together or with : Rom.8:17 , 1Co.12:28 . ; __2. to sympathize with (Plat., Arist.).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Na 1Rz 11 Kor 1
-
Na 3,14
LXX · V.APD2S
ὕδωρ περιοχῆς ἐπίσπασαι σεαυτῇ καὶ κατακράτησον τῶν ὀχυρωμάτων σου ἔμβηθι εἰς πηλὸν καὶ συμπατήθητι ἐν ἀχύροις κατακράτησον ὑπὲρ πλίνθον -
Rz 8,17
SBLGNT · 1PAI-P--
εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι· κληρονόμοι μὲν θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν. -
1 Kor 12,26
SBLGNT · 3PAI-S--
καὶ εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη· εἴτε δοξάζεται μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)