G4818 — 3 wystąpień
G4818 · συλλυπέω (sullupeō) · be grieved — συν-λυπέω ; (Rec. συλλ-), -ῶ, [in LXX: Psa.69:20 , Isa.51:19 (נוּד) * ;] ; to make to grieve with (Arist.). Pass., to be moved to grief by sympathy : before ἐπί, with dative, Mrk.3:5. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Ps 1Iz 1Mk 1
-
Ps 69,21
LXX · V.PAPASM
ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ ψυχή μου καὶ ταλαιπωρίαν καὶ ὑπέμεινα συλλυπούμενον καὶ οὐχ ὑπῆρξεν καὶ παρακαλοῦντας καὶ οὐχ εὗρον -
Iz 51,19
LXX · V.FPI3S
δύο ταῦτα ἀντικείμενά σοι τίς σοι συλλυπηθήσεται πτῶμα καὶ σύντριμμα λιμὸς καὶ μάχαιρα τίς σε παρακαλέσει -
Mk 3,5
SBLGNT · -PMPNSM-
καὶ περιβλεψάμενος αὐτοὺς μετ’ ὀργῆς, συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν, λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· Ἔκτεινον τὴν χεῖρα· καὶ ἐξέτεινεν, καὶ ἀπεκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)