G4801 — 4 wystąpień
G4801 · συζεύγνυμι (suzeugnumi) · to join — συν-ζεύγνυμι ; (Rec. συζ-), [in LXX: Eze.1:11, 23 (חָבַר) * ;] ; to yoke together : metaphorically, of union in wedlock, Mat.19:6 , Mrk.10:9 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Ez 2Mt 1Mk 1
-
Ez 1,11
LXX · V.XPPNPF
καὶ αἱ πτέρυγες αὐτῶν ἐκτεταμέναι ἄνωθεν τοῖς τέσσαρσιν ἑκατέρῳ δύο συνεζευγμέναι πρὸς ἀλλήλας καὶ δύο ἐπεκάλυπτον ἐπάνω τοῦ σώματος αὐτῶν -
Ez 1,23
LXX · V.XPPNPF
καὶ ὑποκάτω τοῦ στερεώματος αἱ πτέρυγες αὐτῶν ἐκτεταμέναι πτερυσσόμεναι ἑτέρα τῇ ἑτέρᾳ ἑκάστῳ δύο συνεζευγμέναι ἐπικαλύπτουσαι τὰ σώματα αὐτῶν -
Mt 19,6
SBLGNT · 3AAI-S--
ὥστε οὐκέτι εἰσὶν δύο ἀλλὰ σὰρξ μία. ὃ οὖν ὁ θεὸς συνέζευξεν ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω. -
Mk 10,9
SBLGNT · 3AAI-S--
ὃ οὖν ὁ θεὸς συνέζευξεν ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)