G4794 — 4 wystąpień
G4794 · συγκύπτω (sugkuptō) · to bend — συν-κύπτω ; (Rec. συγκ-), [in LXX: Job.9:27 (עָזַב), Sir.12:11 19:26 * ;] ; __1. to bend forwards (Arist., al.). ; __2. to be bowed down : Luk.13:11. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Hi 1Syr 2Łk 1
-
Hi 9,27
LXX · V.AAPNSM
ἐάν τε γὰρ εἴπω ἐπιλήσομαι λαλῶν συγκύψας τῷ προσώπῳ στενάξω -
Syr 12,11
LXX · V.XAPNSM
καὶ ἐὰν ταπεινωθῇ καὶ πορεύηται συγκεκυφώς ἐπίστησον τὴν ψυχήν σου καὶ φύλαξαι ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἔσῃ αὐτῷ ὡς ἐκμεμαχὼς ἔσοπτρον καὶ γνώσῃ ὅτι οὐκ εἰς τέλος κατίωσεν -
Syr 19,26
LXX · V.XAPNSM
ἔστιν πονηρευόμενος συγκεκυφὼς μελανίᾳ καὶ τὰ ἐντὸς αὐτοῦ πλήρη δόλου -
Łk 13,11
SBLGNT · -PAPNSF-
καὶ ἰδοὺ γυνὴ πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δεκαοκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς τὸ παντελές.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)