G4764 — 2 wystąpień
G4764 · στρῆνος (strēnos) · luxury — στρῆνος , -ους, τό; (cf. Lat. strenuus), [in LXX: 4Ki.19:28 (שַׁאֲנָן)* ;] ; insolent luxury, wantonness : Rev.18:3 (a late word, first found in a Comic poet, B.C. 300, see Kennedy, Sources , 41, cf. στρηνιάω).†; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Krl 1Ap 1
-
2 Krl 19,28
LXX · N.ASN
διὰ τὸ ὀργισθῆναί σε ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ τὸ στρῆνός σου ἀνέβη ἐν τοῖς ὠσίν μου καὶ θήσω τὰ ἄγκιστρά μου ἐν τοῖς μυκτῆρσίν σου καὶ χαλινὸν ἐν τοῖς χείλεσίν σου καὶ ἀποστρέψω σε ἐν τῇ ὁδῷ ᾗ ἦλθες ἐν αὐτῇ -
Ap 18,3
SBLGNT · ----GSN-
ὅτι ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πέπτωκαν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς μετ’ αὐτῆς ἐπόρνευσαν, καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτησαν.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)