G4763 — 2 wystąpień
G4763 · στρηνιάω (strēniaō) · to revel — στρηνιάω , ῶ; (στρῆνος, which see), [in Sm.: Isa.61:6 (אָכַל) * ;] ; a word which first appears in the middle comedy (Rutherford, NPhr. , 475 f.), to run riot, wax wanton : Rev.18:7-9 (cf. κατα-στρηνιάω).†; SYN. : σπαταλάω (which see), τρυφά… [STEPBible CC BY]
Ap 2
-
Ap 18,7
SBLGNT · 3AAI-S--
ὅσα ἐδόξασεν αὑτὴν καὶ ἐστρηνίασεν, τοσοῦτον δότε αὐτῇ βασανισμὸν καὶ πένθος. ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς λέγει ὅτι Κάθημαι βασίλισσα, καὶ χήρα οὐκ εἰμί, καὶ πένθος οὐ μὴ ἴδω. -
Ap 18,9
SBLGNT · -AAPNPM-
Καὶ κλαύσουσιν καὶ κόψονται ἐπ’ αὐτὴν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς οἱ μετ’ αὐτῆς πορνεύσαντες καὶ στρηνιάσαντες, ὅταν βλέπωσιν τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)