G4729 — 7 wystąpień
G4729 · στενοχωρέω (stenochōreō) · to press upon — στενο-χωρέω , -ῶ; (στενός + χῶρος, space) [in LXX: Jos.17:15 (אוּץ), Jdg.16:16 (אָלַץ pi.), Isa.28:19 (20) (קָצַר) Isa.49:19 (צָרַר), 4Ma.11:11 * ;] ; __1. to be straitened (cf. Isa.49:19 ); metaphorically, to be anxious (Hipp., al.). ; __2. In l… [STEPBible CC BY]
Joz 1Sdz 1Iz 22 Kor 3
-
Joz 17,15
LXX · V.PAI3S
καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἰησοῦς εἰ λαὸς πολὺς εἶ ἀνάβηθι εἰς τὸν δρυμὸν καὶ ἐκκάθαρον σεαυτῷ εἰ στενοχωρεῖ σε τὸ ὄρος τὸ Εφραιμ -
Sdz 16,16
LXX · V.AAI3S
καὶ ἐγένετο ὅτε ἐξέθλιψεν αὐτὸν ἐν λόγοις αὐτῆς πάσας τὰς ἡμέρας καὶ ἐστενοχώρησεν αὐτόν καὶ ὠλιγοψύχησεν ἕως τοῦ ἀποθανεῖν -
Iz 28,20
LXX · V.PMPNPM
στενοχωρούμενοι οὐ δυνάμεθα μάχεσθαι αὐτοὶ δὲ ἀσθενοῦμεν τοῦ ἡμᾶς συναχθῆναι -
Iz 49,19
LXX · V.FAI3S
ὅτι τὰ ἔρημά σου καὶ τὰ διεφθαρμένα καὶ τὰ πεπτωκότα νῦν στενοχωρήσει ἀπὸ τῶν κατοικούντων καὶ μακρυνθήσονται ἀπὸ σοῦ οἱ καταπίνοντές σε -
2 Kor 4,8
SBLGNT · -PPPNPM-
ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐξαπορούμενοι, -
2 Kor 6,12
SBLGNT · 2PPI-P--
οὐ στενοχωρεῖσθε ἐν ἡμῖν, στενοχωρεῖσθε δὲ ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν· -
2 Kor 6,12
SBLGNT · 2PPI-P--
οὐ στενοχωρεῖσθε ἐν ἡμῖν, στενοχωρεῖσθε δὲ ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)