G4673 — 4 wystąpień
G4673 · σορός (soros) · bier — σορός , -οῦ, ἡ ; [in LXX: Gen.50:26 (אָרוֹן), Job.21:32 A * ;] ; __(a) a cinerary urn (Hom.); ; __(b) a coffin (Hdt., i, 68, 3, a1.): Luk.7:14. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Rdz 11 Krn 1Hi 1Łk 1
-
Rdz 50,26
LXX · N.DSF
καὶ ἐτελεύτησεν Ιωσηφ ἐτῶν ἑκατὸν δέκα καὶ ἔθαψαν αὐτὸν καὶ ἔθηκαν ἐν τῇ σορῷ ἐν Αἰγύπτῳ -
1 Krn 7,16
LXX · N.ASM
καὶ ἔτεκεν Μοωχα γυνὴ Μαχιρ υἱὸν καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Φαρες καὶ ὄνομα ἀδελφοῦ αὐτοῦ Σορος υἱὸς αὐτοῦ Ουλαμ -
Hi 21,32
LXX · N.DSF
καὶ αὐτὸς εἰς τάφους ἀπηνέχθη καὶ ἐπὶ σορῷ ἠγρύπνησεν -
Łk 7,14
SBLGNT · ----GSF-
καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπεν· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)