G462 — 6 wystąpień
G462 · ἀνόσιος (anosios) · unholy — ἀν-όσιος , -ον; (ἀ- neg., ὅσιος), [in LXX: Eze.22:9 (זִמָּה, Wis.12:4 , 2Ma.7:34 2Mac 8:32 , 3Ma.2:2 3Mac 5:7 , 4Ma.12:11 * ;] ; unholy, profane (Cremer, 464): 1Ti.1:9 , 2Ti.3:2 (MM, VGT , see word).†; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Mch 2Mdr 1Ez 11 Tm 12 Tm 1
-
2 Mch 7,34
LXX · A.VSM
σὺ δέ ὦ ἀνόσιε καὶ πάντων ἀνθρώπων μιαρώτατε μὴ μάτην μετεωρίζου φρυαττόμενος ἀδήλοις ἐλπίσιν ἐπὶ τοὺς οὐρανίους παῖδας ἐπαιρόμενος χεῖρα -
2 Mch 8,32
LXX · A.ASMS
τὸν δὲ φυλάρχην τῶν περὶ Τιμόθεον ἀνεῖλον ἀνοσιώτατον ἄνδρα καὶ πολλὰ τοὺς Ιουδαίους ἐπιλελυπηκότα -
Mdr 12,4
LXX · A.APF
μισήσας ἐπὶ τῷ ἔχθιστα πράσσειν ἔργα φαρμακειῶν καὶ τελετὰς ἀνοσίους -
Ez 22,9
LXX · A.APN
ἄνδρες λῃσταὶ ἐν σοί ὅπως ἐκχέωσιν ἐν σοὶ αἷμα καὶ ἐπὶ τῶν ὀρέων ἤσθοσαν ἐν σοί ἀνόσια ἐποίουν ἐν μέσῳ σου -
1 Tm 1,9
SBLGNT · ----DPM-
εἰδὼς τοῦτο, ὅτι δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται, ἀνόμοις δὲ καὶ ἀνυποτάκτοις, ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς, ἀνοσίοις καὶ βεβήλοις, πατρολῴαις καὶ μητρολῴαις, ἀνδροφόνοις, -
2 Tm 3,2
SBLGNT · ----NPM-
ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)