G4619 — 1 wystąpień
G4619 · σιτιστός (sitistos) · fattened — σιτιστός , -ή, -όν; (σιτίζω, to fatten) [in Sm.: Psa.22:13 , Jer.46:21 * ;] ; = σιτευτός, fattened ; as subst., pl., τὰ σ., fatlings : Mat.22:4. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Mt 1
-
Mt 22,4
SBLGNT · ----NPN-
πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· Εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· Ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμακα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)