G4595 — 9 wystąpień
G4595 · σήπω (sēpō) · to rot — σήπω ; [in LXX; Psa.38:5 (מָקַק ni.), Job.33:21 (כָּלָה) Job.40:7 , Sir.14:19 , al. ;] ; to make corrupt : 2 pf. act, with mid, sense (see M, Pr. , 154), σέσηπεν, has perished, become corrupted, Jas.5:2. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Hi 4Ps 1Syr 1Ba 1Ez 1Jk 1
-
Hi 16,7
LXX · V.XAPASM
νῦν δὲ κατάκοπόν με πεποίηκεν μωρόν σεσηπότα -
Hi 19,20
LXX · V.AAI3P
ἐν δέρματί μου ἐσάπησαν αἱ σάρκες μου τὰ δὲ ὀστᾶ μου ἐν ὀδοῦσιν ἔχεται -
Hi 33,21
LXX · V.AAS3P
ἕως ἂν σαπῶσιν αὐτοῦ αἱ σάρκες καὶ ἀποδείξῃ τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ κενά -
Hi 40,12
LXX · V.AAD2S
ὑπερήφανον δὲ σβέσον σῆψον δὲ ἀσεβεῖς παραχρῆμα -
Ps 38,6
LXX · V.AAI3P
προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου -
Syr 14,19
LXX · V.PMPNSN
πᾶν ἔργον σηπόμενον ἐκλείπει καὶ ὁ ἐργαζόμενος αὐτὸ μετ᾿ αὐτοῦ ἀπελεύσεται -
Ba 6,71
LXX · V.PMPGSF
ἀπό τε τῆς πορφύρας καὶ τῆς μαρμάρου τῆς ἐπ᾿ αὐτοῖς σηπομένης γνώσεσθε ὅτι οὔκ εἰσιν θεοί αὐτά τε ἐξ ὑστέρου βρωθήσονται καὶ ἔσται ὄνειδος ἐν τῇ χώρᾳ -
Ez 17,9
LXX · V.FPI3S
διὰ τοῦτο εἰπόν τάδε λέγει κύριος εἰ κατευθυνεῖ οὐχὶ αἱ ῥίζαι τῆς ἁπαλότητος αὐτῆς καὶ ὁ καρπὸς σαπήσεται καὶ ξηρανθήσεται πάντα τὰ προανατέλλοντα αὐτῆς καὶ οὐκ ἐν βραχίονι μεγάλῳ οὐδ᾿ ἐν λαῷ πολλῷ τοῦ ἐκσπάσαι αὐτὴν ἐκ ῥιζῶν αὐτῆς -
Jk 5,2
SBLGNT · 3XAI-S--
ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπεν, καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)