G4563 — 3 wystąpień
G4563 · σαρόω (saroō) · to sweep — σαρόω , -ῶ ; late form of σαίρω, ; to sweep : with accusative, Luk.15:8; pass., Mat.12:44 , Luk.11:25 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Mt 1Łk 2
-
Mt 12,44
SBLGNT · -XPPASM-
τότε λέγει· Εἰς τὸν οἶκόν μου ἐπιστρέψω ὅθεν ἐξῆλθον· καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σχολάζοντα σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον. -
Łk 11,25
SBLGNT · -XPPASM-
καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον. -
Łk 15,8
SBLGNT · 3PAI-S--
Ἢ τίς γυνὴ δραχμὰς ἔχουσα δέκα, ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ σαροῖ τὴν οἰκίαν καὶ ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως οὗ εὕρῃ;
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)