G4492 — 6 wystąpień
G4492 · ῥιζόω (rhizoō) · to root — ῥιζόω , -ῶ; (ῥίζα), [in LXX: Isa.40:24 , Jer.12:2 (שָׁרַשׁ), Sir.3:28 24:12 * ;] ; to cause to take root. Metaphorical, to plant, fix firmly, establish : pass. (EV, rooted), ἐν ἀγάπῃ, Eph.3:18 (17); ἐν Χριστῷ, Col.2:7 (cf. ἐκ ριζόω).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Syr 2Iz 1Jr 1Ef 1Kol 1
-
Syr 3,28
LXX · V.XAI3S
ἐπαγωγῇ ὑπερηφάνου οὐκ ἔστιν ἴασις φυτὸν γὰρ πονηρίας ἐρρίζωκεν ἐν αὐτῷ -
Syr 24,12
LXX · V.AAI1S
καὶ ἐρρίζωσα ἐν λαῷ δεδοξασμένῳ ἐν μερίδι κυρίου κληρονομίας αὐτοῦ -
Iz 40,24
LXX · V.APS3S
οὐ γὰρ μὴ σπείρωσιν οὐδὲ μὴ φυτεύσωσιν οὐδὲ μὴ ῥιζωθῇ εἰς τὴν γῆν ἡ ῥίζα αὐτῶν ἔπνευσεν ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἐξηράνθησαν καὶ καταιγὶς ὡς φρύγανα ἀναλήμψεται αὐτούς -
Jr 12,2
LXX · V.AAI3P
ἐφύτευσας αὐτοὺς καὶ ἐρριζώθησαν ἐτεκνοποίησαν καὶ ἐποίησαν καρπόν ἐγγὺς εἶ σὺ τοῦ στόματος αὐτῶν καὶ πόρρω ἀπὸ τῶν νεφρῶν αὐτῶν -
Ef 3,17
SBLGNT · -XPPNPM-
κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ· ἐρριζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι, -
Kol 2,7
SBLGNT · -XPPNPM-
ἐρριζωμένοι καὶ ἐποικοδομούμενοι ἐν αὐτῷ καὶ βεβαιούμενοι τῇ πίστει καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν εὐχαριστίᾳ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)