G4451 — 5 wystąpień
G4451 · πύρωσις (purōsis) · burning — πύρωσις , -εως, ἡ; (πυρόω), [in LXX: Pro.27:21 (כּוּר), Amo.4:9 (שְׁדֵפָה) * ;] ; __1. a burning : Rev.18:9, 18 . ; __2. a refining or trial by fire : metaphorically, 1Pe.4:12. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Prz 1Am 11 P 1Ap 2
-
Prz 34,21
LXX · N.NSF
δοκίμιον ἀργύρῳ καὶ χρυσῷ πύρωσις ἀνὴρ δὲ δοκιμάζεται διὰ στόματος ἐγκωμιαζόντων αὐτόν καρδία ἀνόμου ἐκζητεῖ κακά καρδία δὲ εὐθὴς ἐκζητεῖ γνῶσιν -
Am 4,9
LXX · N.DPF
ἐπάταξα ὑμᾶς ἐν πυρώσει καὶ ἐν ἰκτέρῳ ἐπληθύνατε κήπους ὑμῶν ἀμπελῶνας ὑμῶν καὶ συκῶνας ὑμῶν καὶ ἐλαιῶνας ὑμῶν κατέφαγεν ἡ κάμπη καὶ οὐδ᾿ ὧς ἐπεστρέψατε πρός με λέγει κύριος -
1 P 4,12
SBLGNT · ----DSF-
Ἀγαπητοί, μὴ ξενίζεσθε τῇ ἐν ὑμῖν πυρώσει πρὸς πειρασμὸν ὑμῖν γινομένῃ ὡς ξένου ὑμῖν συμβαίνοντος, -
Ap 18,9
SBLGNT · ----GSF-
Καὶ κλαύσουσιν καὶ κόψονται ἐπ’ αὐτὴν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς οἱ μετ’ αὐτῆς πορνεύσαντες καὶ στρηνιάσαντες, ὅταν βλέπωσιν τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς, -
Ap 18,18
SBLGNT · ----GSF-
καὶ ἔκραξαν βλέποντες τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς λέγοντες· Τίς ὁμοία τῇ πόλει τῇ μεγάλῃ;
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)