G4449 — 2 wystąpień
G4449 · πυρράζω (purrazō) · be (fiery) red — πυρράζω ; (πυρρός), [in LXX, πυρρίζω: Lev.13:19, 42 ff. Lev.14:37 (אֲדַמְדָּם) * ;] ; to be fiery red : Mat.16:2-3. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Mt 2
-
Mt 16,2
SBLGNT · 3PAI-S--
ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Ὀψίας γενομένης λέγετε· Εὐδία, πυρράζει γὰρ ὁ οὐρανός· -
Mt 16,3
SBLGNT · 3PAI-S--
καὶ πρωΐ· Σήμερον χειμών, πυρράζει γὰρ στυγνάζων ὁ οὐρανός. τὸ μὲν πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ γινώσκετε διακρίνειν, τὰ δὲ σημεῖα τῶν καιρῶν οὐ δύνασθε.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)