G4403 — 3 wystąpień
G4403 · πρύμνα (prumna) · stern — πρύμνα , -ης, ἡ ; prop. fem. of adj. πρύμνο, -η, -ον, (sc. ναῦς), the hindmost part of a ship, the stern : Mrk.4:38 , Act.27:29 ; opposite to πρῷρα, Act.27:41. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Mk 1Dz 2
-
Mk 4,38
SBLGNT · ----DSF-
καὶ αὐτὸς ἦν ἐν τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων· καὶ ἐγείρουσιν αὐτὸν καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Διδάσκαλε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἀπολλύμεθα; -
Dz 27,29
SBLGNT · ----GSF-
φοβούμενοί τε μή που κατὰ τραχεῖς τόπους ἐκπέσωμεν ἐκ πρύμνης ῥίψαντες ἀγκύρας τέσσαρας ηὔχοντο ἡμέραν γενέσθαι. -
Dz 27,41
SBLGNT · ----NSF-
περιπεσόντες δὲ εἰς τόπον διθάλασσον ἐπέκειλαν τὴν ναῦν, καὶ ἡ μὲν πρῷρα ἐρείσασα ἔμεινεν ἀσάλευτος, ἡ δὲ πρύμνα ἐλύετο ὑπὸ τῆς βίας.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)