G4389 — 3 wystąpień
G4389 · προτρέπω (protrepō) · to encourage — προ-τρέπω ; [in LXX: Wis.14:18 , 2Ma.11:7 , 4Ma.12:7 4Mac 15:12 4Mac 16:13 * ;] ; to urge forwards, exhort, persuade. Mid., in same sense (as also in cl.): Act.18:27. †; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Mdr 1Dz 1
-
2 Mch 11,7
LXX · V.AMI3S
αὐτὸς δὲ πρῶτος ὁ Μακκαβαῖος ἀναλαβὼν τὰ ὅπλα προετρέψατο τοὺς ἄλλους ἅμα αὐτῷ διακινδυνεύοντας ἐπιβοηθεῖν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν ὁμοῦ δὲ καὶ προθύμως ἐξώρμησαν -
Mdr 14,18
LXX · V.AMI3S
εἰς ἐπίτασιν δὲ θρησκείας καὶ τοὺς ἀγνοοῦντας ἡ τοῦ τεχνίτου προετρέψατο φιλοτιμία -
Dz 18,27
SBLGNT · -AMPNPM-
βουλομένου δὲ αὐτοῦ διελθεῖν εἰς τὴν Ἀχαΐαν προτρεψάμενοι οἱ ἀδελφοὶ ἔγραψαν τοῖς μαθηταῖς ἀποδέξασθαι αὐτόν· ὃς παραγενόμενος συνεβάλετο πολὺ τοῖς πεπιστευκόσιν διὰ τῆς χάριτος·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)