G4366 — 2 wystąpień
G4366 · προσρήγνυμι (prosrēgnumi) · to strike — προσ-ρήγνυμι ; [in Aq.: Psa.2:9 * ;] ; to break against, dash against ; ; __(a) trans. (παιδία πέτραις, FlJ, Ant. , ix, 4, 6); ; __(b) intrans., with dative: Luk.6:48-49 (cf. προσπίπτω).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Łk 2
-
Łk 6,48
SBLGNT · 3AAI-S--
ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ἔσκαψεν καὶ ἐβάθυνεν καὶ ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν πέτραν· πλημμύρης δὲ γενομένης προσέρηξεν ὁ ποταμὸς τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι αὐτὴν διὰ τὸ καλῶς οἰκοδομῆσθαι αὐτήν. -
Łk 6,49
SBLGNT · 3AAI-S--
ὁ δὲ ἀκούσας καὶ μὴ ποιήσας ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν γῆν χωρὶς θεμελίου, ᾗ προσέρηξεν ὁ ποταμός, καὶ εὐθὺς συνέπεσεν, καὶ ἐγένετο τὸ ῥῆγμα τῆς οἰκίας ἐκείνης μέγα.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)