G4364 — 5 wystąpień
G4364 · προσποιέω (prospoieō) · to pretend — προσ-ποιέω , -ῶ ; [in LXX: 1Ki.21:13 (14) (הָלַל hithpo.), Job.19:14 , ( Sir 34:30 ( Sir.31:30 )), Dan LXX Su 1:11 * ;] ; to make over to, add or attach to. Mid., to take to oneself, claim; hence, to pretend; with inf. (cf. Xen., Anab., iv, … [STEPBible CC BY]
1 Sm 1Hi 1Syr 1Dn 1Łk 1
-
1 Sm 21,14
LXX · V.AMI3S
καὶ ἠλλοίωσεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ προσεποιήσατο ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ ἐτυμπάνιζεν ἐπὶ ταῖς θύραις τῆς πόλεως καὶ παρεφέρετο ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ καὶ ἔπιπτεν ἐπὶ τὰς θύρας τῆς πύλης καὶ τὰ σίελα αὐτοῦ κατέρρει ἐπὶ τὸν πώγωνα αὐτοῦ -
Hi 19,14
LXX · V.AMI3P
οὐ προσεποιήσαντό με οἱ ἐγγύτατοί μου καὶ οἱ εἰδότες μου τὸ ὄνομα ἐπελάθοντό μου -
Syr 31,30
LXX · V.PAPNSM
πληθύνει μέθη θυμὸν ἄφρονος εἰς πρόσκομμα ἐλαττῶν ἰσχὺν καὶ προσποιῶν τραύματα -
Dn 13,10
LXX · V.IMI3S
καὶ ἀμφότεροι ἦσαν κατανενυγμένοι περὶ αὐτῆς καὶ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ οὐ προσεποιεῖτο τὸ κακὸν τὸ ἔχον αὐτοὺς περὶ αὐτῆς οὐδὲ ἡ γυνὴ ἔγνω τὸ πρᾶγμα τοῦτο -
Łk 24,28
SBLGNT · 3AMI-S--
Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιήσατο πορρώτερον πορεύεσθαι.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)