G4353 — 1 wystąpień
G4353 · προσκυνητής (proskunētēs) · worshiper — προσ-κυνητήν , -οῦ, ὁ; (προσκυνέω), ; a worshipper : Jhn.4:23. †; (AS) [STEPBible CC BY]
J 1
-
J 4,23
SBLGNT · ----NPM-
ἀλλὰ ἔρχεται ὥρα καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσιν τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν·
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)