G4340 — 4 wystąpień
G4340 · πρόσκαιρος (proskairos) · temporary — πρόσ-καιρος , -ον ; [in LXX: 4Ma.15:2 4Mac 15:8 4Mac 15:23 * ;] ; __1. in season. ; __2. for a season, temporary, transient : 2Co.4:18 , Heb.11:25 ; of plants, short-lived : Mat.13:21 , Mrk.4:17 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Mt 1Mk 12 Kor 1Hbr 1
-
Mt 13,21
SBLGNT · ----NSM-
οὐκ ἔχει δὲ ῥίζαν ἐν ἑαυτῷ ἀλλὰ πρόσκαιρός ἐστιν, γενομένης δὲ θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν λόγον εὐθὺς σκανδαλίζεται. -
Mk 4,17
SBLGNT · ----NPM-
καὶ οὐκ ἔχουσιν ῥίζαν ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ πρόσκαιροί εἰσιν, εἶτα γενομένης θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν λόγον εὐθὺς σκανδαλίζονται. -
2 Kor 4,18
SBLGNT · ----NPN-
μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα, τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια. -
Hbr 11,25
SBLGNT · ----ASF-
μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)