G4264 — 3 wystąpień
G4264 · προβιβάζω (probibazō) · to prompt — προ-βιβάζω causal of προβαίνω, ; [in LXX: Exo.35:34 (יָרָה hi.), Deu.6:7 (שָׁנַן pi.) * ;] ; to lead forward, lead on ; metaphorically, to induce, incite, urge : Mat.14:8. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Wj 1Pwt 1Mt 1
-
Wj 35,34
LXX · V.AAN
καὶ προβιβάσαι γε ἔδωκεν αὐτῷ ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτῷ τε καὶ Ελιαβ τῷ τοῦ Αχισαμακ ἐκ φυλῆς Δαν -
Pwt 6,7
LXX · V.FAI2S
καὶ προβιβάσεις αὐτὰ τοὺς υἱούς σου καὶ λαλήσεις ἐν αὐτοῖς καθήμενος ἐν οἴκῳ καὶ πορευόμενος ἐν ὁδῷ καὶ κοιταζόμενος καὶ διανιστάμενος -
Mt 14,8
SBLGNT · -APPNSF-
ἡ δὲ προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς· Δός μοι, φησίν, ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)