G4200 — 4 wystąpień
G4200 · πορισμός (porismos) · gain — πορισμός , -ου, ὁ; (πορίζω, to procure), [in LXX: Wis.13:19 14:2 * ;] ; __1. a providing. ; __2. a means of gain : 1Ti.6:5-6 (Polyb., al.).† ; (AS) [STEPBible CC BY]
Mdr 21 Tm 2
-
Mdr 13,19
LXX · N.GSM
περὶ δὲ πορισμοῦ καὶ ἐργασίας καὶ χειρῶν ἐπιτυχίας τὸ ἀδρανέστατον ταῖς χερσὶν εὐδράνειαν αἰτεῖται -
Mdr 14,2
LXX · N.GPM
ἐκεῖνο μὲν γὰρ ὄρεξις πορισμῶν ἐπενόησεν τεχνῖτις δὲ σοφία κατεσκεύασεν -
1 Tm 6,5
SBLGNT · ----ASM-
διαπαρατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν. -
1 Tm 6,6
SBLGNT · ----NSM-
ἔστιν δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)